Τον απολογισμό της ποδοσφαιρικής του καριέρας επιχειρεί μέσω της ιστοσελίδας AthleteStories.gr ο Θωμάς Ναζλίδης. Μίας καριέρας που τον έφερε δύο φορές στα Χανιά.
…Βρέθηκε ευτυχώς τότε ο Πλατανιάς, ο οποίος λόγω της αναδιάρθρωσης ανέβηκε από τη Γ’ στη Β’ Εθνική και είχε ένα περιθώριο να κάνει μεταγραφές. Είχε ήδη πάει ο Θεοδωρέλης εκεί από την Καβάλα και μου λέει «Έλα, σε θέλει ο Πρόεδρος».
Τότε καλά – καλά δεν ξέραμε τι εστί Πλατανιάς. ήμουν θυμάμαι στο μαγαζί ενός φίλου μου και μπήκαμε στον υπολογιστή να ψάξουμε πληροφορίες, βλέπω μια τουριστική περιοχή των Χανίων με club, ξενοδοχεία, θάλασσα, για την ομάδα τίποτα!
Είχα κάνει και μια προσπάθεια να πάω και στον Άρη, αλλά είχε πει «όχι» ο Τσιώλης, προπονητής τότε. Δεν είχα και πολλές επιλογές. Ο Πλατανιάς έδειξε ότι με ήθελε πολύ και από πότε το έχω ως μότο να πηγαίνω εκεί όπου με θέλουν περισσότερο.
Όταν πήγα ο κ. Βαρουξάκης, ο Πρόεδρος, ένας καταπληκτικός άνθρωπος, το μόνο που μου είπε ήταν να σώσουμε την ομάδα. Εντελώς διαφορετική κατάσταση από την Καβάλα. Φιλικοί, φιλόξενοι άνθρωποι και πολύ οικογενειακό κλίμα.
Εκείνη η ομάδα που ξεκινούσε για να σωθεί βρέθηκε στην Super League. Έκανα εκπληκτική σεζόν με 10 γκολ και θεωρώ ότι ήταν καθοριστική για την καριέρα μου, γιατί, αν μείνεις δυο-τρεις χρονιές στη Β’ κατηγορία, σου κολλάνε την ταμπέλα του ποδοσφαιριστή της Β΄ Εθνικής.
Ανεβήκαμε εμείς και η Βέροια. Πέρασα τέσσερα εκπληκτικά χρόνια στην Κρήτη. Αναμνήσεις που δεν ξεχνιούνται. Ήταν τα χρόνια που το όνειρο να παίξω στη μεγάλη κατηγορία γινόταν πραγματικότητα. Ένα μέρος που αγάπησε το ποδόσφαιρο, γέμιζε το γήπεδο και υποστήριζε την ομάδα με αγάπη και χειροκρότημα, δίχως ακρότητες.
Εγώ ήμουν από τα αγαπημένα παιδιά. Αυτός που ήρθε στη Β’ Εθνική και τους βοήθησε να ανέβουν. Περπατούσα στο δρόμο και με φώναζαν στα σπίτια τους για να φάω με τις οικογένειές τους. Είχα βέβαια και τις κακές στιγμές μου στον Πλατανιά, με τον χιαστό στο ξεκίνημα της χρονιάς με προπονητή τον Ουζουνίδη, τότε που ήμουν στην καλύτερή μου φάση. έχω ξεκινήσει τη σεζόν με πέντε γκολ σε έξι παιχνίδια, γκολ με ΑΕΚ, γκολ με Παναθηναϊκό, φοβερή ψυχολογία.
Με παίρνει τηλέφωνο ο Ίλια Ίβιτς εκείνη την περίοδο, ήρθε και με βρήκε στα Χανιά, μου είπε ότι ήδη έχει μιλήσει με τον Ολυμπιακό και με μια ομάδα από τη Ρωσία. «Συνέχισε έτσι και τον Δεκέμβριο το ξαναβλέπουμε», μου είπε χαρακτηριστικά. Ήταν θυμάμαι η διακοπή του Πρωταθλήματος για τις Εθνικές και κάναμε ένα πολύ σκληρό πρόγραμμα, γιατί διαπιστώθηκε ότι είχαμε ένα πρόβλημα στη φυσική κατάσταση.
Προς το τέλος μιας προπόνησης και λίγο πριν το διπλό, πάω στον γυμναστή και του λέω να μην παίξω, γιατί αισθάνομαι τα πόδια μου βαριά. Τελικά έπαιξα και έπαθα τον χιαστό, με συνέπεια να χάσω το υπόλοιπο της χρονιάς, στο τέλος της οποίας τελικά ο Ολυμπιακός πήρε τον Θανάση Παπάζογλου.
Είναι οι συγκυρίες της ζωής. Δεν υπήρχε περίπτωση εκείνη τη σεζόν να μην κάνω μεταγραφή. Ο άνθρωπος που με βοήθησε πολύ ήταν ο Άγγελος Αναστασιάδης. Εγώ τον είχα στο μυαλό μου ως τον αυστηρό προπονητή, αλλά αναπτύχθηκε μεταξύ μας μια εκπληκτική χημεία, σαν πατέρα – γιου, σχέση που διατηρείται μέχρι σήμερα.
Είχαμε τις αντιπαραθέσεις μας. Εγώ Άρης, αυτός ΠΑΟΚ, αλλά πάντοτε στα όρια του χαβαλέ. Τον εκτιμώ, γιατί μου μίλησε πολύ σκληρά, μου είπε την αλήθεια, τι πρέπει να κάνω, αν θέλω να παίξω, γιατί είχα κάποια παραπανίσια κιλά. «Ξεχωρίζεις σαν τη μύγα μέσα στο γάλα, αλλά έτσι δεν πρόκειται να παίξεις», θυμάμαι ότι μου είπε.
Με συνόδευε πάντα το «ο Ναζλίδης με τα παραπανίσια κιλά», έτσι ήταν το σκαρί μου, δεν γίνεται όμως οκτώ χρόνια στη Super League να μην έχω χάσει παιχνίδι και να με χρησιμοποιούν όλοι οι προπονητές. Απλώς εγώ έπαιζα και πολύ με το μυαλό, ενώ το ποδόσφαιρο σήμερα έχει γίνει πολύ πιο αθλητικό. θεωρώ ότι, αν δεν είχα αυτό το σουλούπι, ίσως να είχα κάνει και μεγαλύτερη καριέρα.
Παρόλ’ αυτά, ο Άγγελος βρήκε τα… κουμπιά μου, με έκανε άλλον άνθρωπο. Με έβαλε να παίξω μετά από ένα μήνα και δεν με έβγαλε ποτέ. Στο τέλος της χρονιάς όμως έφυγε για τον ΠΑΟΚ.
Όταν ήρθε ο Χριστόπουλος, ως νέος προπονητής που ήταν, έβλεπε παντού ότι όλοι ήθελαν να του δημιουργήσουν πρόβλημα. Έβλεπε να με λατρεύουν όλοι, από τον τελευταίο φροντιστή ως τον τελευταίο οπαδό, και δεν μπορούσε να το δεχτεί. Άρχισε μια κόντρα χωρίς λόγο.
Στην επίθεση ήμουν εγώ και ένας Ισπανός, ο Τόρες. Μας έλεγε ότι θα παίζει όποιος βάζει γκολ. Δεν το λες αυτό στον παίκτη, δεν τον βάζεις σε αυτή τη διαδικασία και ενώ μάλιστα με το παιδί είχαμε άριστη σχέση. Έπαιζες με το άγχος ότι πρέπει να σκοράρεις όπως κι αν έχει.
Κάποια στιγμή άρχισα να τρελαίνομαι. Είναι ένα ματς με την Ξάνθη που δεν θα ξεχάσω, είναι η σειρά του Τόρες να παίξει. Όταν δεν έπαιζα εγώ, ασυναίσθητα όλο το γήπεδο έβριζε τον προπονητή. Με σηκώνει για ζέσταμα στο 60′. Μπαίνω στο ματς μέσα στα νεύρα και στην πρώτη φάση κερδίζω πέναλτι, το εκτελώ και κερδίζουμε 1-0.
Στη συνέντευξη Τύπου μού έκανε μια επίθεση τύπου «Μην βιάζεστε να κρίνετε έναν ποδοσφαιριστή που παίζει με αθέμιτα μέσα» και άλλα τέτοια. Τότε ήταν που πήρα την απόφαση να φύγω. Πήγα στη Βέροια.
…Έρχεται το καλοκαίρι και δεν έχω ούτε μια πρόταση από Super League. Και είμαι ακόμη 31. Εμφανίστηκαν τότε τα Χανιά και επειδή λατρεύω τα Χανιά είπα να πάω. Αυτό ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Πιστεύω ακράδαντα ότι η Β’ Εθνική δεν είναι για να παίζεις ποδόσφαιρο.
Απογοητεύτηκα από όλα, μετά από οκτώ χρόνια στη μεγάλη κατηγορία. Από τους προπονητές, τη νοοτροπία, δεν έχει γήπεδα να κάνεις προπόνηση. Για να πας να παίξεις εκτός έδρας, πρέπει πολλές φορές να κάνεις δυο μέρες ταξίδι κι άλλες δυο για να γυρίσεις.
Το Πρωτάθλημα ξεκινάει πάντα με καθυστέρηση, τα χρήματα λίγα κι αν τα πάρεις. Ένα μπακάλικο πράγμα. Μόνο αν είσαι πιτσιρικάς και θέλεις να κάνεις το βήμα για την Super League.
Στους δυο μήνες αποφάσισα να σταματήσω, δεν είχα και ανάγκη οικονομική, δεν είχα και υπομονή να περνάω τις μέρες μου στα πλοία και τα λεωφορεία, να ταξιδεύω όλο το βράδυ και την άλλη μέρα να παίζω και να έχουν απαιτήσεις να κάνω τη διαφορά.




