Ο Ηρακλειώτης επιθετικός ξεκίνησε τη σεζόν στον Μακεδονικό κάνοντας καταπλητικό πρώτο μισό στο πρωτάθλημα της Super League 2 με οκτώ γκολ και τέσσερις ασίστ.
Τον Ιανουάριο ήρθε η πρόταση – πρόκληση από ομάδα του εξωτερικού και ο Γιακουμάκης έγινε κάτοικος Ινδίας με τη φανέλα της Παντζάμπ.
Στο πρωτάθλημα Σούπερ Λιγκ Ινδίας έχει αγωνισθεί δέκα φορές με απολογισμό ένα τέρμα συν δύο ασίστ. Ο Κρητικός επιθετικός παραχώρησε συνέντευξη στην αθλητική ιστοσελίδα Gazzetta.
Διαβάστε όλα όσα είπε…
-Ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που σου ήρθε στο μυαλό όταν άκουσες για το ενδιαφέρον της Πούντζαμ και την Ινδία;
«Χάρηκα πολύ όταν το έμαθα. Πάντα ήθελα να αγωνιστώ στο εξωτερικό και το είδα σαν πρόκληση. Σαν μία μεγάλη πρόκληση. Μάλιστα η πρόταση που μου έγινε συνέπεσε σε πολύ καλό timing.»
-Μίλησες με κάποιον για τη χώρα και την ομάδα;
«Είχα επαφή με τον Νίκο Τοπολιάτη (σ.σ. τεχνικός διευθυντής του club) που μου ανέλυσε όλα όσα ήθελα να μάθω. Με ενημέρωσε για τα πάντα. Οπως και με τον κόουτς (σ.σ. τον Παναγιώτη Διλμπέρη). Γίνεται πολύ καλή δουλειά στο club. Ο κ. Τοπολιάτης βρίσκεται πέντε χρόνια και η ομάδα συνεχώς προοδεύει. Αναπτύχθηκαν οι ακαδημίες της και βγαίνουν συνεχώς νέοι παίκτες. Αξίζαμε μάλιστα να μπούμε στα Play Off.»
-Πόσο σημαντικό είναι που στον πάγκο βρίσκεται ο Παναγιώτης Διλμπέρης και τεχνικός διευθυντής είναι ο Νίκος Τοπολιάτης;
«Πάρα πολύ. Μου εξήγησαν τα πάντα και με βοήθησαν να εγκλιματιστώ. Μου ανάλυσαν τις λεπτομέρειες για το πρωτάθλημα, τις απαιτήσεις που υπάρχουν και υπάρχει πολύ καλή επικοινωνία μεταξύ μας. Ήταν πολύ εύκολο για μένα.»
-Τι σου έχει κάνει μεγαλύτερη εντύπωση;
«Μου αρέσουν πολύ τα γήπεδα στην Ινδία. Βρίσκονται σε πάρα πολύ καλή κατάσταση και τολμώ να πω ότι είναι σε καλύτερη και από ορισμένα της Super League. Ναι μεν όπου έχω παίξει μέχρι στιγμής ήταν στάδια (σ.σ. όχι δηλαδή για αποκλειστική ποδοσφαιρική χρήση), αλλά ο αγωνιστικός χώρος ήταν καταπληκτικός.»
-Οι διαφορές που έχεις συναντήσει στο πρωτάθλημα αλλά και στην καθημερινότητά σου;
«Υπάρχουν διαφορές μεταξύ του ελληνικού και το ινδικού πρωταθλήματος, σαν στυλ. Στην Ινδία παίζουμε πιο πολύ ‘transition game’. Οι ομάδες δεν παίζουν κλειστά πίσω και υπάρχουν πολλοί χώροι που μπορείς να τους εκμεταλλευτείς. Προσωπικά με βολεύει αυτό το στυλ παιχνιδιού. Σε επίπεδο καθημερινότητας μόνο το φαγητό είναι διαφορετικό. Δεν τρώνε μοσχάρι και χοιρινό και έτσι υπάρχουν διαφορές. Εδώ μάλιστα τα φαγητά είναι πολύ πικάντικα, που δεν τα τρώω έτσι. Πρέπει λοιπόν να το συνηθίσεις.»
-Με τη γλώσσα πώς τα πας; Τα ινδικά είναι εύκολα;
«Στην Ινδία δεν υπάρχει μία γλώσσα, αλλά αρκετές διαφορετικές διάλεκτοι. Στα αποδυτήριά μας μπορεί και να έχουμε οκτώ διαφορετικές. Όμως τα αγγλικά είναι η κύρια γλώσσα, οπότε και μιλάμε αγγλικά.»
-Τι δεν μπορείς να συνηθίσεις ακόμα;
«Ξέχωρα από το φαγητό και τον καιρό. Έφυγα χειμώνα από την Ελλάδα και βρήκα εδώ καλοκαίρι. Παίξαμε κάποια παιχνίδια με 35 και 37 βαθμούς, αν και ήταν βράδυ. Μου το είχαν πει. Είναι πολύ δύσκολο για κάποιον παίκτη που έρχεται στην Ινδία τον Γενάρη να εγκλιματιστεί άμεσα, λόγω των καιρικών συνθηκών. Είναι ένα κομμάτι που δύσκολα το αντιμετωπίζεις.»
-Πώς αντιμετωπίζει εκεί ο κόσμος το ποδόσφαιρο;
«Στην Ινδία πρώτο άθλημα είναι το κρίκετ και το ποδόσφαιρο βρίσκεται σε δεύτερη μοίρα. Ωστόσο σταδιακά ανεβαίνει επίπεδο και έτσι στα γήπεδα πάνε όλο και περισσότεροι φίλαθλοι.»
-Υπάρχει ανάλογη με την Ελλάδα πίεση από τον κόσμο και τα media για το αποτέλεσμα;
«Υπάρχει πίεση, κυρίως σε ομάδες με πολύ κόσμο. Σε ευρύτερο επίπεδο δεν υπάρχει ανάλογη πίεση. Όμως οι ομάδες εδώ ‘διαφημίζουν’ το ποδόσφαιρο. Όλα τα club προβάλουν τους παίκτες τους και τολμώ να πω θα μπορούσαν οι ελληνικές να πάρουν παραδείγματα από τις ινδικές. Στα social κυρίως γίνεται πολύ καλή δουλειά».
-Με τον Νίκο Καρέλη και τον Δημήτρη Διαμαντάκο διατηρείς επαφές; Έχετε βρεθεί;
«Τον Δημήτρη δεν τον γνώριζα προσωπικά και τον συνάντησα εδώ όταν παίξαμε αντίπαλοι. Αντίθετα με τον Νίκο μεγαλώσαμε μαζί στην Κρήτη. Είμαστε συνομήλικοι. Μικροί ήμασταν και συμπαίκτες και τον είχα πάρει τηλέφωνο πριν έρθω στην Ινδία. Είχαμε πολύ καιρό να συναντηθούμε στην Ελλάδα και βρεθήκαμε στην Ινδία (σ.σ. γέλια).»
-Τι σου λείπει περισσότερο από την Ελλάδα;
«Ξέχωρα από το φαγητό ο φρέντο εσπρέσο. Δεν έχουν κρύο καφέ, μόνο ζεστό.»
-Τι θα έλεγες σε κάποιον Έλληνα ποδοσφαιριστή που θα είχε πρόταση από ινδική ομάδα και σου ζητούσε τη γνώμη σου;
«Θα του έλεγα να έρθει. Μάλιστα τα τελευταία χρόνια έρχονται και όλο και περισσότεροι Έλληνες στην Ινδία. Υπάρχουν καλές εγκαταστάσεις, το πρωτάθλημα αλλάζει επίπεδο και είναι μία μεγάλη πρόκληση να έρθει κάποιος στη χώρα. Ναι, ναι. Να έρθει.»
-Πώς αποφάσισες να γίνεις ποδοσφαιριστής;
«Από πολύ μικρός έπαιζα. Από τα πέντε κλωτσούσα μία μπάλα. Από μικρός ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής. Μόνο αυτό. Το έλεγα συνέχεια στη γιαγιά μου που μου έλεγε να διαβάζω, αλλά εγώ της απαντούσα. ‘Θα γίνω ποδοσφαιριστής. Θα γίνω ποδοσφαιριστής’. Ήταν το όνειρό μου που έγινε πραγματικότητα. Έχω και άλλα πολλά φυσικά. Τα όνειρα είναι για να ‘κυνηγάς’ παραπάνω πράγματα.»
-Είχες κάποια επιρροή από τους δικούς σου, συγγενείς, φίλους κτλ;
«Έπαιζε ο παππούς μου, στην πρώτη κατηγορία πολλά χρόνια πριν. Ήταν στον ΟΦΗ, την ΑΕΚ, έχει παίξει και στην Εθνική Ελλάδος, πολύ παλιά. Τη δεκαετία του ‘50. Οικογενειακά υπήρχε αυτή η επιρροή.»
-Αν γυρνούσες τον χρόνο πίσω, τι θα άλλαζες;
«Θα άλλαζε κάποιες επιλογές που έκανα νεότερος, σε πρόσωπα και συνεργάτες μου. Χάθηκαν κάποιες ευκαιρίες για μένα, όταν για παράδειγμα έκανα κάποιες καλές σεζόν στον Λεβαδειακό και έτσι δεν έπαιξα στο εξωτερικό, κάτι που ήθελα πολύ.»
-Ποιο είναι το ματς που έπαιξες και δεν θα ξεχάσεις ποτέ και γιατί;
«Θα πω το ντεμπούτο μου στη Super League. Ήταν το Λεβαδειακός – Παναθηναϊκός (σ.σ. 24 Αυγούστου 2014) στο ΟΑΚΑ, ως γηπεδούχος ο Λεβαδειακός. Μέχρι και 20 ημέρες πριν το ματς ήμουν χωρίς ομάδα, καθώς ‘χάλασε’ τότε η μεταγραφή μου από τον Ατσαλένιο στον ΟΦΗ. Έτσι πήγα στον Λεβαδειακό, λίγο πριν ξεκινήσει το πρωτάθλημα. Κάθε ποδοσφαιριστής πιστεύω πως δεν ξεχνά το ντεμπούτο του.»
-Ξεκίνησες σαν αμυντικό χαφ μικρός. Μετά από τόσα χρόνια η αλλαγή θέσης συνέβη για καλό;
«Ναι, έπαιζα εκεί όπως και ο αδερφός μου. Το ότι άλλαξα θέση οφείλεται στον Νίκο Παπαδόπουλο, τον αείμνηστο Νίκο Παπαδόπουλο, έναν επιθετικό που έπαιζε για πολλά χρόνια στον ΟΦΗ και είχε βγει και πρώτος σκόρερ. Είδε πως έχω καλή εκτελεστική ικανότητα και με προώθησε στην επίθεση. Ήταν προπονητής μου και έμαθα πολλά από εκείνον. Μέχρι τα 14-15 μου ήμουν ανασταλτικός μέσος και την επόμενη σεζόν ήμουν δεύτερος φορ. Έτσι άρχισα να αγωνίζομαι παντού στην επίθεση, αφού άρχισα να μαθαίνω όλες τις θέσεις μπροστά.»
-Το ιστορικό πια «Why Always Giakoum» με τον ξάδερφό σου Γιώργο πώς είχε προκύψει σε ένα ματς του Ατσαλένιου, όταν και φορέσατε τέτοιες μπλούζες;
«Τότε στον Ατσαλένιο ήμασταν τρεις Γιακουμάκηδες και το είχαμε σκεφτεί επειδή είχαμε βάλει κάποια στιγμή όλα τα γκολ της ομάδας στα πρώτα ματς. Ήταν τότε που είχε κάνει ο Μάριο Μπαλοτέλι έναν ανάλογο πανηγυρισμό και φτιάξαμε τρία ίδια μπλουζάκια και είχαμε πει πως όποιος βάλει γκολ θα πανηγυρίσουμε όλοι μαζί. Στη φωτογραφία που υπάρχει είμαι μόνο με τον Γιώργο, γιατί ο άλλος Γιώργος ήταν αμυντικός και δεν είχε προλάβει να ανέβει.»
-Μιλάτε με τον Γιώργο; Εσύ στην Ινδία εκείνος στο Μεξικό:
«Έχουμε εξαιρετικές σχέσεις. Είμαστε πολύ κοντά. Μάλιστα έχει παντρευτεί και μία ξαδέρφη μου από την άλλη πλευρά της οικογένειας, με την οποία μεγαλώσαμε σαν αδέρφια.»
-Στον Λεβαδειακό σε φώναζαν «Κάσπερ» με «νονό» τον Βαγγέλη Μάντζιο, επειδή… εμφανιζόσουν σαν το φάντασμα και έβαζες γκολ. Σε ακολουθεί ακόμα;
«Όχι, όχι… Μου το έλεγε μόνο αυτός (σ.σ. γέλια). Έμαθα πολλά από τον Βαγγέλη. Αν έπαιζε τώρα θα αγωνίζονταν σε πολύ υψηλό επίπεδο, σε μεγάλες ομάδες της Ευρώπης. Ήταν φανταστικός επιθετικός. Είχε τεχνική, έβαζε γκολ, ήταν ψηλός και δυνατός.»
-Κατάφερες να τελειώσεις τη σχολή σου (σ.σ. ΤΕΙ Πολιτικών Έργων Υποδομής στη Λάρισα); Ευρύτερα πώς σκέφτεσαι τον εαυτό σου μετά το ποδόσφαιρο;
«Δεν τα κατάφερα να την τελειώσω και το μετανιώνω. Δεν πρόλαβα. Ήμουν επαγγελματίας στον Λεβαδειακό και είχα πάρα πολλές υποχρεώσεις. Το μετανιώνω. Χρειάζεται ένα πτυχίο για τη ‘μετά το ποδόσφαιρο’ εποχή. Όταν σταματήσω θέλω να μείνω στο ποδόσφαιρο. Το αγαπάω. Ίσως ασχοληθώ με την προπονητική, αλλά δεν το σκέφτομαι ακόμα.»
-Είσαι στο ποδόσφαιρο σε επαγγελματικό επίπεδο πάνω από μία δεκαετία. Τι αλλαγές βλέπεις σήμερα σε σχέση με όταν ξεκίνησες;
«Πάρα πολλές. Στον τρόπο που αναπτύσσονται οι ομάδες, στο τακτικό κομμάτι, σε πολλά κομμάτι. Εξελίσσεται το ποδόσφαιρο. Τώρα πολλοί Έλληνες παίζουν στο εξωτερικό. Υπάρχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στον Έλληνα ποδοσφαιριστή. Αν ήμουν νεότερος μετά τις καλές σεζόν που έκανα στον Λεβαδειακό, θα μπορούσα να πάρω μεταγραφή. Οι μικροί σε ηλικία παίκτες επωφελούνται από τις νέες συνθήκες. Θα πρέπει όμως να δουλεύουν σωστά και να έχουν το κεφάλι κάτω. Μόνο έτσι θα μπορέσουν να πετύχουν μεγάλα πράγματα.»
-Την Εθνική ομάδα την παρακολουθείς;
«Πρέπει να στηρίξουμε αυτά τα παιδιά και να τους δείξουμε εμπιστοσύνη. Και στα δύο ματς με τη Σκωτία ήμασταν πολύ καλύτεροι. Διαθέτουμε παίκτες με ποιότητα και ταλέντο όπως συνέβαινε και παλαιότερα, αλλά τώρα υπάρχει μεγαλύτερη ‘χημεία’ μέσα στην ομάδα. Θέλω να πιστεύω πως ήρθε η ώρα να προκριθούμε και πάλι σε μεγάλες διοργανώσεις, όπως συνέβη και με την άνοδό μας στην πρώτη κατηγορία του Nations League. Η πορεία της Εθνική μας όπου βλέπουμε νέους παίκτες ίσως και αποτελέσει την αφορμή οι ομάδες μας να δείξουμε εμπιστοσύνη στους Έλληνες ποδοσφαιριστές, ανεξαρτήτως ηλικίας. Οι Έλληνες θα πονέσουν πιο πολύ την ομάδα. Θα νιώθουν που είναι.»



