Γλυνιαδάκης: Σπάνια στο NBA θα σου δοθεί 2η ευκαιρία

Μπάσκετ 28 Νοεμβρίου 2020, 20:41

Το 2003 ο Ανδρέας Γλυνιαδάκης επιλέχθηκε από τους Ντιτρόιτ Πίστονς στο Νο58 των ντραφτ του NBA. Ο παλαίμαχος Χανιώτης μπασκετμπολίστας μιλά, 17 χρόνια μετά, για την εμπειρία και (ως πρόεδρος του ΠΣΑΚ) συμβουλεύει.

Φέτος είχε δηλώσει συμμετοχή στα ντραφτ ένας άλλος Κρητικός μπασκετμπολίστας, ο Γιώργος Καλαϊτζάκης, ο οποίος τελικά απέσυρε τη συμμετοχή του για να κυνηγήσει το όνειρό του την επόμενη χρονιά.

Ο Γλυνιαδάκης έγραψε ένα μακροσκελέστατο κείμενο στην ιστοσελίδα athletestories.gr (σε επιμέλεια κειμένου του Γιώργου Αδαμόπουλου) σχετικό με το θέμα των ντραφτ και τον “μαγικό” κόσμο του NBA, στο οποίο αναφέρει:

Αν το «σεντούκι» των αναμνήσεων του ντραφτ του ΝΒΑ είχε στόμα, θα μπορούσε να αφηγηθεί χιλιάδες ιστορίες. Κάποιες θα ήταν επιτυχίας και άλλες παράδειγμα προς αποφυγή. Αν το ντραφτ είχε πρόσωπο, θα ήταν αυτό ενός συμπαθητικού παππού που διηγείται παραμύθια στα εγγόνια του.

Κάποια από αυτά τα εγγόνια θα μπορούσαν να φτάσουν μία μέρα σε αυτή τη θέση γλυκιάς αναμονής και γοητευτικής αγωνίας για το όνειρο του ΝΒΑ. Για μία θέση ανάμεσα στους κορυφαίους. Σε μία θέση στην οποία βρέθηκα το καλοκαίρι του 2003 και τη βίωσε και για το 2020 ο πρώην πια παίκτης του Ολυμπιακού, Αλεκσέι Ποκουσέφσκι.

Το ντραφτ είναι η ετήσια διαδικασία επιλογής παικτών από το πανεπιστημιακό πρωτάθλημα των Η.Π.Α., το NCAA και, εδώ και χρόνια όλο και πιο συχνά, από ολόκληρο τον κόσμο. Είναι η απόλυτη επιβεβαίωση του γερού οικοδομήματος του ΝΒΑ, με «βάσεις» στον σχολικό αθλητισμό και το αξιοκρατικό σύστημα που δίνει προτεραιότητα (με κλήρωση-λοταρία) στις ομάδες που δεν κατόρθωσαν να προκριθούν στα πλέι-οφς.

Ανδρέας Γλυνιαδάκης

Μία διαδικασία ανάδειξης των νέων αστέρων, η οποία έχει και απώτερο σκοπό να διατηρήσει τις ισορροπίες στη Λίγκα. Εξήντα αθλητές, από 19 έως 22 ετών, επιλέγονται από 30 ομάδες του ΝΒΑ. Αυτό θα τους δώσει μία ευκαιρία να δοκιμαστούν στο σάμερ λιγκ κάθε οργανισμού.

Οι πρώτοι 30 συνήθως υπογράφουν το πρώτο εγγυημένο συμβόλαιό τους, διάρκειας 2+2 ετών. Οι επόμενοι θα αναμένουν τις ευκαιρίες τους για να βρουν τη δική τους συμφωνία και να έχουν την ευκαιρία να ζήσουν το όνειρό τους. Οι ομάδες του ΝΒΑ, όπως συνέβη στη δική μου περίπτωση, παρακολουθούν έναν παίκτη ακόμη και από την ηλικία των 15 ετών.

Οι Ντιτρόιτ Πίστονς με επέλεξαν στο ντραφτ όταν ήμουν 22 ετών. Η ομάδα παρατηρούσε την πορεία και την εξέλιξή μου για περισσότερα από έξι χρόνια. Γνώριζαν τα πάντα για μένα. Ο αριθμός στον οποίο θα επιλεγείς έχει άμεση σχέση με το πανεπιστήμιο στο οποίο αγωνίστηκες, το επίπεδο του μπάσκετ στην χώρα από την οποία προέρχεσαι ή στην οποία αγωνίζεσαι, τον χαρακτήρα σου και, φυσικά, τα στατιστικά σου.

Ένας άλλος παράγοντας που μετρά ιδιαιτέρως είναι προηγούμενοι τραυματισμοί… Ή, επίσης, αν έχεις μία ακριβή ρήτρα αποδέσμευσης από τον σύλλογο που αγωνίζεσαι, κάτι που μπορεί να αποτρέψει μία αμερικανική ομάδα να επενδύσει πάνω σου. Συνήθως, ενώ στην… αναμονή υπάρχουν εκατοντάδες νέοι παίκτες, κάποια ομάδα μπορεί να μπλοφάρει ή να εκπληρώσει τη δέσμευσή της, όπως συνέβη με εμένα, με το Ντιτρόιτ.

Οι Πίστονς με είχαν ενημερώσει για την επιλογή τους και περίμενα στην οθόνη μου για να ακούσω το όνομά μου στο Νο58 του ντραφτ το 2003, κάτι που έγινε. Η λογική της συνηθισμένης προσφοράς εγγυημένου συμβολαίου στους πρώτους 30 παίκτες, του πρώτου γύρου, σπάνια αλλάζει. Σε εμένα, που ήμουν στο τέλος του δεύτερου γύρου, οι Πίστονς δεν έδωσαν αμέσως μία θέση.

Ανδρέας Γλυνιαδάκης

Θέλησαν να με δοκιμάσουν στο ΝΒΑ δύο χρόνια αργότερα, έπειτα από ισάριθμες σεζόν με την ΑΕΚ στην Ευρωλίγκα. Το ντραφτ είναι εξαρχής η πρώτη ευκαιρία σου, διότι ακόμη και από τα «χαμηλά» της διαδικασίας, έχεις τη δυνατότητα να αγωνιστείς στο σάμερ λιγκ και να δοκιμαστείς και στο λεγόμενο veterans camp, στην προετοιμασία του φθινοπώρου πριν από την έναρξη κάθε κανονικής περιόδου.

Ακόμη, πάντως, κι αν έχεις λάβει εγγυημένο συμβόλαιο, οι καταστάσεις είναι πολύ ανταγωνιστικές. Από τη στιγμή που θα επιλεγείς στο ντραφτ και υπογράψεις συμβόλαιο -όπως πιθανότατα θα συμβεί και με τον Ποκουσέφσκι, στους Οκλαχόμα Σίτι Θάντερ- θα κερδίσεις κάποια εκατομμύρια και θα έχεις την ευκαιρία να παραμείνεις σε μία ομάδα για χρόνια, ώστε να πετύχεις το όνειρό του.

Αν δεν βρεθείς εκεί και δεν δοκιμάσεις, δεν γνωρίζεις πώς θα εξελιχθείς εσύ ο ίδιος και πώς θα εξελιχθούν και τα πράγματα για σένα γιατί το NBA είναι ένα άλλο παιχνίδι. Από την άλλη, αν μέσα σε δύο χρόνια δεν έχεις δείξεις αυτά που οι «τεχνοκράτες» Αμερικανοί περιμένουν να δουν, είτε θα σε πληρώσουν και θα σε αποδεσμεύσουν είτε θα σε ανταλλάξουν.

Το χειρότερο, βεβαίως, είναι να «κοπείς» νωρίτερα. Για έναν Ευρωπαίο ή έναν νεαρό Έλληνα, το να λάβεις από δύο ή τρία εκατομμύρια δολάρια για δύο χρόνια, πρόκειται για νούμερο που εύλογα μοιάζει εξωπραγματικό. Τα ποσά που εισπράττει κάποιος είναι ακριβώς τα μισά, αφού η εφορία παίρνει το 45% και το άλλο 5% είναι η αμοιβή του ατζέντη, τον οποίο πληρώνει ο αθλητής.

Για έναν Αμερικανό παράγοντα, όσο ενδιαφέρον κι αν έχει δείξει για σένα, όμως, το ποσό δείχνει μηδαμινό. Καθώς ο προϋπολογισμός μίας ομάδας στις Η.Π.Α. ανέρχεται στα 110 εκατομμύρια και οι ομάδες έχουν αξία μεταξύ μισού κι ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων. Και όσο εύκολα μπορούν να σου δώσουν μία ευκαιρία τόσο εύκολα μπορούν να σε «κόψουν»…

Διαπίστωσα και από την προσωπική εμπειρία μου ότι στο ΝΒΑ είσαι τόσο αναλώσιμος όπως είναι και ο σταρ, ο λεγόμενος franchise player, μίας ομάδας. Συνήθως, οι Ευρωπαίοι παίκτες είναι τεχνικά και από άποψη τακτικής πιο μπροστά από τον μέσο Αμερικανό αθλητή. Η μεγάλη διαφορά είναι πως πρέπει να αντέξει το σώμα σου τον ρυθμό και, πολλές φορές, τις συχνές περιόδους με πέντε αγώνες σε διάστημα οκτώ ημερών!

Ανδρέας Γλυνιαδάκης

Μεγάλο παράδειγμα, βεβαίως είναι ο Λούκα Ντόντσιτς, ο οποίος δεν είναι ιδιαιτέρως αθλητικός (αν και πολύ δυνατός), αλλά το μπάσκετ που ξέρει είναι πολύ πάνω από το επίπεδο του μέσου Αμερικανού. Ο Σλοβένος γκαρντ έχει γίνει ήδη ο ηγέτης των Ντάλας Μάβερικς, παρότι δεν διαθέτει ιδιαίτερη αθλητικότητα και το έχει κατορθώσει και με το ταλέντο και την άμεση προσαρμογή του.

Οι ομάδες έχουν μεγάλες λίστες με παίκτες για τους οποίους εκτιμούν ότι έχουν προοπτική και οι σκάουτερ γνωρίζουν και έχουν φροντίσει να ενημερώσουν για τα πάντα. Από το ταλέντο και τις ικανότητες μέχρι την ψυχολογική προσέγγιση και τον χαρακτήρα του αθλητή.

Όταν βρέθηκα στο Σιάτλ και τους ΣουπερΣόνικς, είχα δει το 2007 το όνομά του Ίαν Βουγιούκα σε μία λίστα με περίπου 100 παίκτες που εξέταζαν και ενδεχομένως να επέλεγαν στο ντραφτ, εκείνη τη σεζόν. Ο Τζο Ντούμαρς, πρωην τζένεραλ μάνατζερ και πρόεδρος των Πίστονς (αλλά και παλαίμαχος γκαρντ και ένα από τα «Κακά Παιδιά» του Ντιτρόιτ) την περίοδο που με επέλεξαν στο ντραφτ, μου είπε στην πρώτη γνωριμία μας ότι «you always draft talent. You never draft needs».

Κοινώς, «επιλέγεις πάντοτε το ταλέντο και όχι βάσει των αναγκών της ομάδας σου». Αυτό συμβαίνει γιατί το ταλέντο έχει πάντα μεγαλύτερη αξία, ακόμη και πρακτικά. Μπορεί να σε βοηθήσει στο παρκέ, έχεις τη δυνατότητα να το «πουλήσεις» και να το ανταλλάξεις στην πορεία.

Ενώ οι ανάγκες αναδιαμορφώνονται από χρονιά σε χρονιά και την επόμενη σεζόν η επιλογή σου να μην σε καλύπτει. Βεβαίως, την ίδια χρονιά, το Ντιτρόιτ είχε επιλέξει στο Νο2 τον Ντάρκο Μίλιτσιτς, προσπερνώντας τον Καρμέλο Άντονι (Νο3), ο οποίος στη συνέχεια έγινε franchise player σε Ντένβερ και Νέα Υόρκη και αγωνίζεται ακόμη σε υψηλό επίπεδο.

Την ίδια στιγμή, ο Σέρβος φόργουορντ παράτησε το μπάσκετ έπειτα από δέκα χρόνια, δίχως να κάνει την καριέρα που περίμεναν οι περισσότεροι. Στο σάμερ λιγκ με τους Πίστονς έλαβα αρκετό χρόνο συμμετοχής και την ίδια ευκαιρία είχα και στο veterans camp, όπου κάναμε προπονήσεις για 15 μέρες και μετά αγωνιζόμασταν σε 13 φιλικά ματς στις επόμενες 15.

Ανδρέας Γλυνιαδάκης

Αυτή είναι η προετοιμασία για μια ομάδα του ΝΒΑ, που διαρκεί ένα μήνα. Συμμετείχα σε όλη την preseason έχοντας αυτό το δικαίωμα, από την επιλογή μου στο ντραφτ. Βρέθηκα σε αυτή τη θέση παρότι δεν είχα υπογράψει εγγυημένο συμβόλαιο, ως ντραφτ πικ δεύτερου γύρου.

Οι Πίστονς δεν μου έδωσαν τελικά συμβόλαιο και ήμουν ελεύθερος να συνεχίσω την καριέρα μου. Την επόμενη σεζόν αγωνίστηκα στο σάμερ λιγκ με ομάδα που δεν με είχε επιλέξει, τους Μπόστον Σέλτικς, διεκδικώντας χρόνο στη διοργάνωση ως ελεύθερος επαγγελματίας και στην ουσία δεν έπαιξα ποτέ.

Γι’ αυτό κι επιμένω ότι το ντραφτ του ΝΒΑ είναι ευκαιρία. Είναι η πρώτη ευκαιρία. Ταυτόχρονα, όμως, για κάποιον όπως ο Ποκουσέφσκι, υπάρχει η πιο άμεση ευκαιρία να δυναμώσει και να ανταγωνιστεί. Σημασία έχει να αντέξει το σώμα του και να «επιβιώσει» από τον ανταγωνισμό, αλλά και να του αρέσει ο τρόπος ζωής στην Αμερική και να συνηθίσει την καθημερινότητα.

Ο Ποκουσέφσκι θα κληθεί να αντέξει τις συνθήκες των παιχνιδιών, αλλά και τις συγκυρίες που δημιουργούνται για τη στελέχωση της ομάδας του. Έπειτα από ανταλλαγές και παραχωρήσεις παικτών, οι Θάντερ έχουν βρεθεί με περισσότερες από δύο επιλογές για κάθε ντραφτ των επόμενων ετών και ο νεαρός Σέρβος θα βρίσκει μπροστά του ακόμη και τέσσερις ως έξι παίκτες, για να παλέψουν για μία ή δύο θέσεις… Θα υπάρχουν προσθήκες ελεύθερων παικτών ή νέες ανταλλαγές και αυτό κάνει ακόμη πιο ανταγωνιστική την προσπάθειά του να παίξει.

Αθλητές που επιλέγονται στον πρώτο γύρο, μοιάζουν προφανώς να έχουν περισσότερο ταλέντο και περισσότερες ευκαιρίες, όμως δεν είναι λίγες οι φορές που δεν τα καταφέρνουν αναλόγως. Υπάρχουν παίκτες δεύτερου γύρου όπως για παράδειγμα ο Μανού Τζινόμπιλι, που έκαναν σπουδαία καριέρα στο ΝΒΑ.

Ο Αργεντινός γκαρντ ήταν στο Νο57 το 1999, φτάνοντας να γίνει μέλος της βασικής πεντάδες μίας πρωταθλήτριας ομάδας, όπως οι Σαν Αντόνιο Σπερς. Το ντραφτ είναι ευκαιρία, αλλά είναι κυρίως η πρώτη ευκαιρία. Τα υπόλοιπα καθορίζονται -εκτός, κάποιες φορές, από ατυχείς συγκυρίες όπως τραυματισμοί ή ομάδα με διαφορετική φιλοσοφία και ανάγκες, από τη σκληρή δουλειά και την αφοσίωση στο όνειρό σου. Σπάνια στο NBA θα σου δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία…

karta antonis garden